Sunday, July 25, 2010
Το blog σταματά, μέχρι νεωτέρας.
Tuesday, June 22, 2010
Ηρόδοτος: 2460 χρόνια πριν

Wednesday, May 12, 2010
Ο Ταϋγετος στα ταξιδιωτικά του Κ.Ουράνη

Sunday, April 4, 2010
Καλό Πάσχα
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Wednesday, March 31, 2010
Το χρέος
"[...]Συμπυκνώνω σε μιαν αστραπόχαρη στιγμή τη σπορά, το φύτρωμα, το άνθισμα, το κάρπισμα και την εξαφάνιση του κάθε δέντρου, ζώου, ανθρώπου, άστρου και θεού.Όλη η Γης ένας σπόρος φυτεμένος μέσα στους γύρους του μυαλού μου. Ό,τι αρίφνητα χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα της ύλης να ξετυλιχτεί και να καρπίσει, μέσα στο κεφάλι μου ξεσπάει σα μια μικρή βουβή αστραπή.
Αχ! την αστραπή τούτη ν΄ ατενίζουμε, να την κρατήσουμε μια στιγμή, να την οργανώσουμε σε ανθρώπινο λόγο!
Τη στιγμιαία τούτη αιωνιότητα που τα κλείνει όλα, περασμένα και μελλούμενα, να τη στερεώσουμε, μα δίχως να χαθεί όλο το γιγάντιο ερωτικό στροβίλισμα σε λεχτικήν ακινησία!
Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο.
Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει![...]"

Saturday, December 26, 2009
Ένα Ρουμπαγιάτ: Ομάρ Καγιάμ
Saturday, December 19, 2009
Αριστοτέλη Πολιτικά II: Περί Ιδιοκτησίας

Sunday, December 13, 2009
Αριστοτέλη Πολιτικά Ι: Περί Πόλεως
[...] Ήταν φυσικό η πρώτη σταθερή κοινωνία να είναι η οικογένεια, που τα μέλη της ο Χαρώνδας ονομάζει ομοσύσσιτους και ο Επιμενίδης από την Κρήτη, ομοτράπεζους. Η ένωση περισσότερων οικογενειών, όχι προσωρινή αλλά μόνιμη για εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών, είναι το χωριό. Πολύ φυσικό το χωριό να μοιάζει με αποικία της οικογένειας, και τα μέλη του μερικοί να τα ονομάζουν ομογάλακτους, παιδιά και εγγόνια. Γι' αυτό ακριβώς οι πόλεις στην αρχή, είχαν βασιλιάδες, όπως και σήμερα ακόμη έχουν βασιλιάδες τα έθνη, επειδή σχηματίστηκαν από υπηκόους του βασιλιά. Γιατί κάθε οικογένεια θεωρεί βασιλιά τον πιο ηλικιωμένο, κι οι αποικίες των οικογενειών, δηλ. τα χωριά, λόγω της συγγένειας κυβερνιούνται από βασιλιά. Αυτό ακριβώς είναι που λέει ο Όμηρος: "Ο καθένας τα παιδιά του, και τη γυναίκα του κυβερνά".[...] Είναι, επομένως, φυσικό η πόλη να προηγείται της οικογένειας και του καθενός από μας, αφού αναγκαστικά το όλο προϋπάρχει του μέρους. Αν εκμηδενισθεί δηλ. ολόκληρο το σώμα, δε θα υπάρχει ούτε πόδι, ούτε χέρι, εκτός αν μιλάει κανείς μεταφορικά και λέει για πέτρινο χέρι. Γιατί αν αυτό καταστραφεί, θα κατασκευασθεί άλλο όμοιο, αλλά το πραγματικό θα έχει νεκρωθεί. Όλα τα πράγματα καθορίζονται από την εργασία και τη δύναμη με την οποία την εκτελούν, και, μόλις αυτή η ικανότητά τους παύσει να υπάρχει, δεν μπορούμε πια να πούμε πως είναι τα ίδια ως προς την ουσία αλλά μονάχα ως προς το όνομα.
Έτσι, λοιπόν, είναι προφανές ότι η πόλη υπάρχει από τη φύση της και είναι προγενέστερη από το άτομο. Γιατί αν ο καθένας χωρισμένος από το σύνολο παύει να είναι αυτάρκης, θα βρεθεί στην ίδια κατάσταση, στην οποία βρίσκεται και κάθε μέρος του σώματος σχετικά με το σύνολο. Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός. Φυσική, επομένως, είναι η ορμή που σπρώχνει όλους τους ανθρώπους σ' αυτή την κοινωνία. Κι εκείνος που τη σύστησε πρώτος έγινε αιτία των μεγαλυτέρων αγαθών. Γιατί, αν ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από τα όντα, όταν φθάσει στην τελειότητά του, έτσι κι όταν διακόπτει κάθε σχέση με το νόμο και τη δικαιοσύνη, γίνεται το χειρότερο απ' όλα. Γιατί η αδικία είναι ανυπόφορη όταν διαθέτει όπλα, και ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας όπλα την φρόνηση και την αρετή, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει και για αντίθετους σκοπούς. Γι αυτό ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο, το πιο άγριο ον, και το πιο επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και τη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη είναι πολιτική αξία και αποτελεί κανόνα της κοινωνίας. Και η ορθή εφαρμογή της καθορίζει τι είναι δίκαιο.[...]
[...]Φαίνεται ότι η ίδια η φύση εξοπλίζει όλα τα ζώα με τον τρόπο απόκτησης της τροφής, αμέσως με τη γέννηση τους, αλλά κι όταν ολοκληρωθεί η ανάπτυξη τους. Άλλα ζώα γεννούν μαζί με το νεογέννητο αρκετή τροφή, ώστε να το θρέψει μέχρι να μπορεί να την προμηθευτεί μόνο του, όπως για παράδειγμα τα ζώα που γεννούν αβγά ή σκου¬λήκια. Όσα πάλι γεννούν ζώα, έχουν μέσα τους φυσική τροφή για κάποιο χρονικό διάστημα για τα νεογέννητα, το αποκαλούμενο γάλα. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν είναι φανερό πως μπορούμε να θεωρήσουμε οτι ένεκα της τρο¬φής δημιουργήθηκαν τα φυτά για τα ζώα, και τα άλλα ζώα για τους ανθρώπους, τα ήμερα και για χρήση και για διατροφή, κι από τα άγρια τα περισσότερα, αν όχι όλα, για την τροφή και οποιαδήποτε άλλη χρήση, για τα ρούχα και άλλα εργαλεία. Αν λοιπόν η φύση δεν πλάθει τίποτα ατελές ούτε χωρίς σκοπό, τότε αναγκαστικά όλα αυτά η φύση τα έπλασε για χάρη των ανθρώπων. Γι' αυτό και η τέχνη του πολέμου είναι κατά κάποιο τρόπο φύσει κτητική (αφού και το κυνήγι είναι τμήμα της πολεμικής τέχνης), που πρέπει να χρησιμοποιείται εναντίον των θηρίων και εκείνων των ανθρώπων που δεν θέλουν να εξουσιάζονται, αν και η φύση τούς έπλασε γι' αυτό, οπότε ο πόλεμος αυτός είναι φυσικά δίκαιος.
Ένα είδος λοιπόν φυσικής κτήσης ανήκει στην τέχνη της διοίκησης του οίκου, ό,τι είναι αναγκαίο να υπάρχει ή να αποκτιέται για να αποθηκεύεται, είναι δηλαδή η απόκτηση πραγμάτων αναγκαίων για τη ζωή και χρήσι¬μων στην πόλη ή την οικογένεια. Φαίνεται ότι ο πραγμα¬τικός πλούτος αποτελείται από αυτά τα στοιχεία. Διότι η αυτάρκεια σε πράγματα που κάνουν ευχάριστη τη ζωή δεν είναι απεριόριστη, όπως λέει ο Σόλων <(δεν έχουν τεθεί όρια για τον πλούτο στους ανθρώπους». Συμβαίνει όμως ό,τι και σε όλες τις άλλες τέχνες• καμιάς τέχνης τα εργα¬λεία δεν είναι άπειρα, ούτε στον αριθμό ούτε στο μέγεθος, και ο πλούτος είναι ένα πλήθος εργαλείων και του νοικο¬κυριού και της πολιτικής. Είναι φανερό λοιπόν ότι οι οικο¬γενειάρχες και οι πολιτικοί έχουν από τη φύση τρόπους απόκτησης, και για ποια αιτία. [...]
Wednesday, October 28, 2009
Λένος Χρηστίδης: "Τουφέκισμα!"

Thursday, February 28, 2008
Λένος Χρηστίδης: Η Νήσος f(x)
Κοίταξα πίσω. Ένας τύπος μ'ένα φουσκωτό και μια γκόμενα δίπλα ακολουθούσε το αυλάκι που αφήναμε για να κόβει τα απόνερα και να κάνει άλματα. Φιγούρα και έτσι. Είχε καδένα, μαύρο γυαλί και πολλή τρίχα. Η γκόμενα έκανε μικρά ''Αχ'' και ''Αχ,αχ'', ανάλογα με τα εκάστοτε αλματάκια. Ο τύπος της χαμογελούσε καθησυχαστικά, κρατώντας, ας πούμε στιβαρά το τιμόνι. Ήταν εντυπωσιακός. Εντυπωσιακός μαλάκας.
Κοίταξα γύρω μου. Μια ντουζίνα τουρίστες-που λέει ο λόγος. Το καραβάκι ήταν η ''Υπαπαντή'' και είχε μέσα μια ντουζίνα τουρίστες - καμια δεκαπενταριά - κι εμένα, που δεν ήμουνα ακριβώς τουρίστας, γιατί πήγαινα για δουλειά, αλλά μπορούσες εύκολα να με μπερδέψεις με τουρίστα, γιατί είχα το στυλ του τουρίστα. Έτσι κάνω εγώ. Όπου πάω, μοιάζω με τουρίστα. Είναι το στυλ μου τέτοιο. Ανέμελος κι έτσι.
Κοίταξα σε μια γωνιά με σκιά. Ο τέτοιος μέτραγε λεφτά.
''Πέντε χιλιάρικα για τους ξένους, τρία για τους Έλληνες. Εσύ σαι Ελληνόπουλο, τα ίδια θα σου πάρω;''
Ο καπετάν Ουστμανολάκης. Κάπτεν και μάνατζερ της ''Υπαπαντής''. Ανοιχτό πουκάμισο. Ρυτίδες.
Παφ.Παφ-παφ.Παφ.
Ο τύπος με το φουσκωτό συνέχιζε το ροντέο της φιγούρας. Αν πνιγόταν κιόλας, δεν θα με πείραζε φοβερά. Ίσως λίγο. Για λόγους ανθρωπιστικούς, όχι προσωπικούς.
Κοίταξα πάνω. Φύσαγε. Λίγο. Ήμουνα στο μικρό κατάστρωμα, πάνω. Όταν μπήκα όλοι οι ξένοι στριμωγμένοι κάτω, σε μια γωνιά. Ανέβηκα στο κατάστρωμα και σε λίγο ανέβηκαν όλοι, ένας ένας. Πρόβατα. Τι φταίνε και αυτοί;
Λιαζόμουνα. Μου αρέσει να λιάζομαι σε τέτοιες περιπτώσεις. Δηλαδή όταν έχει ήλιο και φυσάει ταυτόχρονα. Απ' τη μια ζεσταίνεσαι και απ'την άλλη δεν σκάς κιόλας. Καίγεσαι όμως έυκολα, ακριβώς γιατί δεν το καταλαβαίνεις οτι καίγεσαι. Και δεν το καταλαβαίνεις, όχι επειδή είσαι ηλίθιος, αλλά επειδή φυσάει και σε ψιλοδροσίζει. Απάτη. Το βράδυ το δέρμα σου τσιτώνει σα τουμπελέκι. Αυτόματο λίφτινγκ.
Κοίταξα γύρω μου. Οι τουρίστες καίγονταν. Τσουρουφλιστοί. Είδικα μια γιαγια που έμοιζε με Κάπο της Μαφίας και ένας κύριος με άσπρες και πεδιλάκι παιρνούσαν χάλια. Όλοι υπέφεραν, αλλά σαν και αυτούς κανείς. Αποφάσισα να βοηθήσω. Ξαφνικά βρήκα νόημα στην ζωή μου. Είδα τον εαυτό μου σαν οδηγό, σαν γκουρού. Σαν τσοπάνη. Έβγαλα ένα μαυρό μαντήλι που έχω πάντα μαζί μου για τέτοιες περιπτώσεις και το φόρεσα σε στυλ Λόρενς της Αραβίας. Ξέρεις, γύρω απο το κεφάλι. Κάθισα και περίμενα.
Πρώτος ένας ξανθός μπόμπιρας, μετά ο κύριος με τις άσπρες κάλτσες, η αδερφούλα του μπόμπιρα, κάτι τύποι πλακατζήδες με όμοια μουσάκια - αυτά τα στρογγυλα που πιάνουν μουστάκι και πιγούνι- οι γονείς του μπόμπιρα, ξανθότατοι επίσης, και τελευταία η γιαγια-Νονός, όλοι φόρεσαν μαντήλια στο κεφάλι τους. Μεγάλη επιτυχία. Ήμουν σε φόρμα. Σκέφτηκα να κάνω κάτι εξωφρενικό. Ξέρω γω, να αρχίσω να ουρλιάζω ή να κάνω τούμπες ή να επιδείξω προκλητικά τα γεννητικά μου όργανα ή όλα μαζί, έτσι, για να δω αν τα ρομποτ θα κάνουν τα ίδια και με την ίδια σειρά ή αν απλώς η μέχρι τώρα αντιγραφή των κινήσεών μου ήταν αποτέλεσμα τρομακτικών συμπτώσεων. Ένοιωσα πραγματικά χρήσιμος. Και έτοιμος για όλα.[...]''
απόσπαμα απο ''Τα χαστουκόψαρα'' του Λένου Χρηστίδη
Saturday, September 1, 2007
Κ. Ουράνης

Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και δημοσιογράφος (πραγματικό όνομα Κώστας Νιάρχος). Έζησε τα παιδικά του χρόνια και έκανε τις εγκύκλιες σπουδές του διαδοχικά στο Λεωνίδιο, Ναύπλιο και Κωνσταντινούπολη. Στην Αθήνα ήρθε στα 18 του χρόνια και εργάστηκε για λίγο στην Ακρόπολη του Γαβριηλίδη. Πήγε κατόπιν στο εξωτερικό για να σπουδάσει αλλά έζησε μποέμικη ζωή, προσβλήθηκε από φυματίωση και έμεινε δύο χρόνια στο σανατόριο του Νταβός στην Ελβετία. Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Λισσαβόνα, ενώ το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε ως δημοσιογράφος.
Στα Γράμματα ο Ουράνης πρωτοεμφανίστηκε το 1908 και έκτοτε συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα αξιόλογα περιοδικά της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας. Τη νεανική του συλλογή Σαν όνειρο, που τύπωσε το 1909, την αποκύρηξε και θεώρησε ως πρώτη συλλογή του την Spleen του 1912 (η λέξη σημαίνει μελαγχολία, υποχονδρία και πλήξη), στην οποία όμως τα πεζολογικά στοιχεία και η δυσκαμψία του στίχου δίνουν μετριότατα αποτελέσματα. Ουσιαστικά η προσωπική ποιητική του προσφορά παρουσιάζεται με τις Νοσταλγίες (1920) και συμπληρώνεται με τις Αποδημίες, μια συλλογή ποιημάτων δημοσιευμένων σε διάφορα περιοδικά, που συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά στη μεταθανάτια έκδοση με το γενικό τίτλο Ποιήματα (1953). Επίσης μεταθανάτια συγκεντρώθηκε, χάρη στις φροντίδες της δεύτερης γυναίκας του, της κριτικού Αλκη Θρύλου, η διάσπαρτη σε περιοδικά και εφημερίδες, όπως και σε εξαντλημένα βιβλία του, ποικίλη εργασία του. Έτσι, εκδόθηκαν σε ομοιόμορφους τόμους, τα ταξιδιωτικά του: Ιταλία (1953), Ισπανία (1954), Γλαυκοί δρόμοι (1955), Ελλάδα (1956), Από τον Ατλαντικό στη Μαύρη Θαλασσα (1957), τα αφηγήματα, χρονογραφήματα, συνεντεύξεις κτλ.: Αναβίωση (1955), Αποχρώσεις (1956) και τα κριτικά του: Δικοί μας και ξένοι (1954 - 56, σε τρεις τόμους) και Στιγμιότυπα (1958). Στην ανάθεση του Αλκη Θρύλου οφείλεται και η βιογραφία του Ουράνη (1908 - 61) του Π. Μαρκάκη, που εκδόθηκε το 1962.
Ως ποιητής ο Ουράνης, με τη βαθιά και ουσιαστικά κοσμοπολίτικη παιδεία του, επηρεασμένος από τον Μπωντλαίρ και τους Γάλλους «ποιητές της παρακμής» (όπως αυτοχαρακτηρίζονταν πριν επικρατήσει ο όρος συμβολιστές), καλλιέργησε μια ποίηση χαμηλών τόνων, στην οποία επικρατούσαν τα αισθήματα της ανίας, της συγκρατημένης απελπισίας, της νοσταλγίας και της φυγής. Ωστόσο, οι καταστάσεις αυτές, κυρίαρχες στους γαλλικούς κυρίως λογοτεχνικούς κύκλους, στα τέλη του 19ου αιώνα, μεταφερμένες τώρα σε μια άλλη εποχή, την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με μια διαφορετική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία ευνοούσε ιδιαίτερα τα νέα εικονοκλαστικά αισθητικά κινήματα, έμοιαζαν να κατάγονται μάλλον από φιλολογικές επιρροές, παρά από εμπειρίες ζωής. Μολαταύτα ο Ουράνης για τους συνοδοιπόρους του, στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, θεωρήθηκε σημαντικός ποιητής. Ακόμη και η ατιμέλητη μορφή των στίχων του και οι αλλεπάλληλες χασμωδίες του είχαν εκληφθεί ως ηθελημένοι εκφραστικοί τρόποι και ως στοιχεία ύφους, τα οποία συνόδευαν οργανικά τα ποιητικά του θέματα. Θα ήταν υπερβολή να το υποστήριζε κανείς σήμερα. Όμως θα πήγαινε και στο άλλο άκρο αν έλεγε ότι από αυτή τη βαρύρυθμη και πεζολογική ποίηση, όπου κάποιοι ρεαλιστικοί τόνοι διαβρώνουν το ρομαντισμό της, δεν σώζεται συχνά μια ατμόσφαιρα εποχής με διαχρονικά στοιχεία. Μια προσεκτική και ευαίσθητη ανθολόγηση του ποιητικού του έργου μπορεί να το πιστοποιήσει, όπως και να επισημάνει τις διαστάσεις του.
(Από το Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό)
Η Αγάπη
Δεν ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα·
αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει, δίχως να νιώσεις από που,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα
θε να σου κλείσει απαλά, με τ' άσπρα χέρια της τα δυο,
τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε,
κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει: «ποιά είμ' εγώ;»
απ' της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποιά 'ναι.
Δεν ωφελεί να καρτεράς... Αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει.
Κλειστά όλα να 'ναι, θα τη δεις άξαφνα μπρος σου να βρεθεί
κι ανοίγοντας τα μπράτσα της πρώτη θα σ' αγκαλιάσει.
Ειδέ, κι αν έχεις φωτεινό, το σπίτι για να την δεχτείς,
και σαν φανεί τρέξεις σ' αυτήν, κι εμπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει - αλλιώς θα προσπεράσει.
Περαστικές
Γυναίκες, που σας είδα σ' ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι' άλλα μέρη·
γυναίκες, που σας είδα σ' άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο·
γυναίκες σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό, μ' ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ' ένα μαντίλι αργό να χαιρετάτε.
Να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ' τη ζωή μου μέσα, και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου.

