Showing posts with label λογοτεχνικά. Show all posts
Showing posts with label λογοτεχνικά. Show all posts

Sunday, July 25, 2010

Το blog σταματά, μέχρι νεωτέρας.

"Συγνώμη που οι λέξεις ήταν λέξεις και δεν ήταν σφαίρες κραυγές γλάρων ή παιδικές μελωδίες."
Γ.Αγγελάκας

----- edit: 11/10/2010-----

συνεχίζει μέχρι νεωτέρας.

Tuesday, June 22, 2010

Ηρόδοτος: 2460 χρόνια πριν


[...]εμφύλιες συγκρούσεις, που κράτησαν σχεδόν για δυο γενιές, ωσπου οι Μιλήσιοι ζήτησαν από την Πάρο μια επιτροπή που υα τους βοηθούσε να ορθοποδήσουν. Οι Πάριοι προτιμήθηκαν από όλους τους Έλληνες, για να λύσουν τις διαφορές τους.

23. Τους συμφιλίωσαν ως εξής. Έστειλαν τους καλύτερους άνδρες τους, οι οποίοι, όταν είδαν τις εκτεταμένες καταστροφές της Μιλήτου, ζήτησαν την άδεια να κάνουν μια σχολαστική επιθεώρηση όλης της περιοχής. Μόλις την πήραν, άρχισαν τη δουλειά στους κατεστραμμένους αγρούς. Όπου έβρισκαν ένα κομμάτι καλλιεργημένης γης, σημείωναν το όνομα του ιδιοκτήτη. Μολονότι επιθεώρησαν όλη την έκταση της Μιλήτου, βρήκαν ελάχτιστα τέτοια αγροκτήματα. Τότε, γύρισαν στην πόλη και κάλεσαν αμέσως γενική συνέλευση, στην οποία ανακοίνωσαν την απόφασή τους να εμπιστευτούν την διακυβέρνηση της πόλης στους άνδρες που δεν είχαν παραμελήσει τα χωράφια τους, γιατί πίστευαν οτι τέτοιοι άνδρες ήταν πιο ικανοί να ρυθμίσουν τις δημόσιες υποθέσεις το ίδιο αποτελεσματικά όσο και τις προσωπικές τους. Μετά συμβούλευσαν τους υπόλοιπους Μιλήσιους να υπακούουν στη νέα τους κυβέρνηση.[...]

-----

Απόσπασμα από το 5ο βιβλίο "Τερψιχόρη", Ηρόδοτος.

Wednesday, May 12, 2010

Ο Ταϋγετος στα ταξιδιωτικά του Κ.Ουράνη


Τα ταξιδιωτικά κείμενα του Κώστα Ουράνη είναι εκπληκτικά. Ο άνθρωπος είχε ακονίσει και εξευγενίσει όλες του τις αισθήσεις. Στο παρακάτω απόσπασμα μια ασσύληπτη περιγραφή ενός... βουνού: Ταϋγετος.

Ὁ Ταΰγετος (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἑλλάδα»)

[...]Κανένα βουνὸ ἀπ᾿ ὅσα εἶδα στὴ ζωή μου - ἀπὸ τὸ Μὸν Μπλὰν μὲ τὰ - αἰώνια ἀπάτητα χιόνια ἴσαμε τὶς πιὸ ἄγριες ἱσπανικὲς «σιέρρες» δέ μου ἔκανε ποτὲ τὴν ἐντύπωση ποὺ αἰσθάνθηκα, ποὺ δέχθηκα, κατάστηθα θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ, ὅταν ἀπὸ μία ψηλὴ καμπὴ τοῦ ἁμαξιτοῦ δρόμου πρὸς τὴ Σπάρτη ἀντίκρισα τὸν Ταΰγετο σ᾿ ὅλο τοῦτο ἐπιβλητικὸ ὕψος. Δὲ φανταζόμουν ποτὲ ὅτι θὰ ὑπῆρχε βουνὸ μὲ τέτοιο χαρακτῆρα, τέτοιαν ἀτομικότητα. Ἡ εἰκόνα του ἦταν ἄφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σὲ τεράστιες, συμπαγεῖς πλαγιές, παρόμοιες μὲ στηρίγματα τειχῶν, χρώματος μὸβ καὶ μολυβένιου, καὶ «οἱ κορφές του, ποὺ ἔχουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στὸ γαλανὸ οὐρανὸ κατακάθαρα καὶ σκληρά. Δὲν ὑπάρχουν, ὅπως συμβαίνει μ᾿ ἄλλα ψηλὰ βουνά, μικρότερες βουνοσειρὲς νὰ τὸν μισοκρύβουν καὶ νὰ ἐμποδίζουν ν᾿ ἀγκαλιάσει κανεὶς μὲ μιὰ ματιὰ ὁλόκληρο τὸ ὕψος του. Ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Σπάρτης, ὅπου κάνει φιδίσιους ἑλιγμοὺς ὁ Εὐρώτας, καὶ ποὺ ἁπλώνεται σὰ μιὰ θάλασσα πρασινάδας, ὁ Ταΰγετος σηκώνεται ἀνεμπόδιστος, ἴσιος, ὥριμος καὶ δυνατὸς μὲ μία περήφανη ἀνάταση - ἴσαμε τὸ ὕψος τῶν χιονοσκεπασμένων κορυφῶν του. Καθὼς ἐμφανίζεται ἔτσι, δὲ δίνει μόνο μιὰ ἐντύπωση μεγαλείου, ἀλλὰ καὶ μία βαθιὰ συγκίνηση.

Δὲν τὸν φαντάζεται κανεὶς ἄψυχο: παγερὴ αἰωνιότητα ὕλης. Καθὼς ὑψώνεται θεόρατος καὶ δυνατός, σκιάζοντας τὴ μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σὰ μιὰ ἔμψυχη παρουσία, σὰ νὰ εἶναι ὁ τιτανικὸς φρουρός της - καὶ δίνει πραγματικὰ τὸ μάθημα ἐκεῖνο τῆς ἐνέργειας καὶ τῆς δύναμης, ποὺ ἔνοιωσε ὁ Μωρὶς Μπαρρές, ὅταν τὸν εἶδε καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἐξήγησε τὸ πολεμικὸ θαῦμα τῆς ἀρχαίας Σπάρτης. Ἀληθινά, ἀφοῦ δεῖ κανεὶς τὸν Ταΰγετο, ἐννοεῖ καλύτερα, ἐννοεῖ ἐντελῶς, πὼς ὑπῆρξε ἡ φυλὴ αὐτὴ περήφανη, ἡ ἐξαίσια ἀνδρική, ἡ λιτή, ἡ αὐστηρὴ καὶ πολεμόχαρη, ποὺ ἔζησε στὴν κοιλάδα αὐτὴ τῆς Σπάρτης χωρὶς νὰ νοιώσει ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ περιτειχίσει Ἀκροπόλεις γιὰ νὰ καταφεύγει σ᾿ αὐτὲς σὲ ὧρες ἐχθρικῶν ἐπιδρομῶν. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀντίκριζαν καθημερινὰ τὸν Τιτᾶνα αὐτὸν ποὺ λέγονταν Ταΰγετος, ποὺ ἀνέπνεαν τὸν ἀέρα ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὶς κορυφές του, ποὺ αἰσθάνονταν ὄχι τὸ βάρος του πάνω στὴν πεδιάδα τους, ἀλλὰ τὸ ἀγέρωχο ὕψος του, δὲν ἦταν δυνατό, στὶς ἐποχὲς ἐκεῖνες τῶν πολέμων καὶ τῶν στενῶν πατρίδων, νὰ μὴ ἀναπτυχθοῦν σὲ χαλύβδινους καὶ περήφανους πολεμιστὲς καὶ νὰ μὴ θέσουν τὴ φυλή τους ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῶν Ἀθηνῶν ...

Ἄλλοτε, πρὶν δῶ ἀκόμα τὸν Ταΰγετο, θεωροῦσα κι ἐγώ, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, κατώτερη τὴ φυλὴ αὐτὴ ποὺ χάθηκε ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς χωρὶς νὰ ἀφήσει στοὺς αἰῶνες τίποτα γιὰ νὰ θυμίζει τὴ διάβασή της: οὔτε ναό, οὔτε ἕνα ἔργο τέχνης. Τώρα αἰσθάνομαι ὅτι oι Σπαρτιᾶτες «ἄφησαν» ὡς μνημεῖο τους τὸν Ταΰγετο γιατὶ, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν περήφανη παρουσία του, ὕψωσαν σὰν τὴν ψυχή τους ἴσαμε τὴν ψηλότερη κορφή του κι ἔγιναν ἕνα μ᾿ αὐτόν[...].

Sunday, April 4, 2010

Καλό Πάσχα

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



"[..] "Πήρες τα χάπια σου Τάκη;" είπε η κυρία Άννα και έβαλε το τελευταίο ποτήρι να στεγνώσει. "Τα πήρα η ώρα εννιά" είπε ο κύριος Τάκης χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του. Η κυρία Άννα έσφιξε λίγο την ζώνη από την ρόμπα της, και μετά με ένα πανάκι καθάρισε τα τελευταία νερά πάνω στον πάγκο. Ο κυρ Τάκης ήταν καθιστός στον καναπέ σε θέση ορθή, περήφανη. Φορούσε φαρδιές μπορντώ παντόφλες και πράσινη πυτζάμα. Στα αριστερό του χέρι κρατούσε ένα φτηνό κομπολόι που 'χε από πάντα και κάθε τόσο έκανε μια κίνηση μικρή, ίσα να ακουστούν οι χάντρες πως χτυπάν.

Η κυρα Άννα περπάτησε γύρω από το χαμηλό τραπεζάκι και πέρασε στην αλλη μεριά του καναπέ, στη θέση της. Έφτιασε το μαξιλάρι στη μέση της και διόρθωσε το κέντημα της πλάτης του καναπέ.

Κοιτούσαν και οι δύο τηλεόραση υπο το δυνατό φως του πολυελαίου που τύφλωνε το δωμάτιο.

"Ψυχαγωγικό πρόγραμμα" το βράδυ της Ανάστασης. Η Φάνη Πετραλιά χόρευε το ζεϊμπέκικο της ευδοκίας όπως αυτό παίχτηκε από μια πλήρως καλωδιωμένη ορχήστρα με φόντο ένα ροζ πάνελ. Τα ηχεία δονούσαν, τα μπουζούκια γκάριζαν και οι διάφοροι celebrities κουνούσαν επιβεβαιωτικά το κεφάλι για το μεγαλείο του ζεϊμπέκικου. Τι λάμψη, τι επιτυχία.

Ο Κυρ Τάκης στήριχτηκε στον αγκώνα του με το χέρι να στηρίζει το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο. Οι βαθειές ρυτίδες δεν άφηναν να πεις αν τα μάτια ήταν μισόκλειστα ή κλειστα. Περασμένη η ώρα. Η κυρα Άννα είχε στυλώσει το βλέμμα στην τηλεόραση. Σταθερό, βαθύ άλυτο βλέμμα.

Η ώρα κυλούσε, σα μέλι. Απλωνόταν στο δωμάτιο. Η Ιερουσαλήμ δονούσε. Στην Ερμούπολη οι δύο λόφοι φώτισαν μαζί με χιλιάδες κεριά και πρόσωπα.

Ο κυρ Τάκης αποκοιμήθηκε, στηριζόμενος στον αγκώνα. Η κυρία Άννα τον κοίταξε και κούνησε τρυφερά το κεφαλι. Χαμήλωσε τη φωνή της τηλεόρασης και στάθηκε εκεί, να κοιτάζει τις εναλλασόμενες εικόνες.[...]"

-------
Καλό πάσχα σε όλους.

Wednesday, March 31, 2010

Το χρέος

"[...]Συμπυκνώνω σε μιαν αστραπόχαρη στιγμή τη σπορά, το φύτρωμα, το άνθισμα, το κάρπισμα και την εξαφάνιση του κάθε δέντρου, ζώου, ανθρώπου, άστρου και θεού.
Όλη η Γης ένας σπόρος φυτεμένος μέσα στους γύρους του μυαλού μου. Ό,τι αρίφνητα χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα της ύλης να ξετυλιχτεί και να καρπίσει, μέσα στο κεφάλι μου ξεσπάει σα μια μικρή βουβή αστραπή.
Αχ! την αστραπή τούτη ν΄ ατενίζουμε, να την κρατήσουμε μια στιγμή, να την οργανώσουμε σε ανθρώπινο λόγο!
Τη στιγμιαία τούτη αιωνιότητα που τα κλείνει όλα, περασμένα και μελλούμενα, να τη στερεώσουμε, μα δίχως να χαθεί όλο το γιγάντιο ερωτικό στροβίλισμα σε λεχτικήν ακινησία!
Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο.
Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει![...]"
Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική.

Τηλεφώνημα 1 σε ραδιοφωνική εκπομπή. "Εγώ να δώσω και το μισθό μου για να πάει μπροστά η χώρα, και είναι ζήτημα όλων! Δεν γίνεται οι περιπτεράδες ή οι ταξιτζήδες να μείνουν αμέτοχοι! Δεν γίνεται οι βενζινάδες να κερδοσκοπούν και οι μεγαλογιατροί και μεγαλοδικηγόροι να συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν!". Τηλεφώνημα 2. "Είναι δυνατόν εγώ ταξιτζής πράμα που έχω αγοράσει το όχημα και την άδεια 150 χιλιάδες ευρώ να μην μπορώ να βγάλω μεροκάματο και να είμαι με 1600 ευρώ το μήνα δουλεύοντας 12ωρα και τις αργίες και εσύ να έρχεσαι και να μου λες πως θα με φορολογήσεις επιπλέον;;;". Τηλεφώνημα 3. "Για όλα φταίνε οι κυβερνησεις τα τελευταία 20 χρόνια, κι αν δεν δω ανθρώπους συγκεκριμένους στην φυλακή εγώ δεν δίνω μία!"

Παρατηρώ να ανεβοκατεβαίνουν τα spreads, να γνωρίζει πλέον όλος ο κόσμος τι είναι αυτά (μέσα σε αυτούς κι εγώ) και να κάνει αυτοσκοπό στο μυαλό του την πτώση τους για ευνοικότερο δανεισμό και αποφυγή στάσης πληρωμών και κατάρρευσης. Παρατηρώ συντεχνιακές λογικές να διασταυρώνονται με κομματικά πυρά και φωνές πατριωτικές (άλλοτε κορώνες, άλλοτε κραυγές). Παρατηρώ έναν αγώνα για επιβίωση που στηρίζεται στην αρχή του "ο θάνατός σου, η ζωή μου", παρατηρώ μια ανελέητα ξενοφοβική στάση απέναντι στους πρόσφυγες που έχουν δαιμονοποιηθεί χωρίς να μας περνάει από το μυαλό πως ίσως σύντομα βρεθούμε στην θέση τους. Ακόμα κι αν ποτέ δεν θα βρισκόμασταν στην θέση τους και πάλι είναι χρέος μας να κατανοήσουμε το πρόβλημα, να κάτσουμε ψύχραιμα να το λύσουμε στην βάση της αλλυλεγγύης και όχι των αριθμών. Πόσο τερατώδες είναι το εγώ σου που δεν σε αφήνει να δεις πως ο άνθρωπος με τον οποίο διασταυρώνεσαι το πρωί στην Πατησίων έχει προβλήματα άλλης τάξης μεγέθους από τα δικά σου. Έχει πόλεμο στην πατρίδα του, έχει χάσει αγαπημένα πρόσωπα, βρίσκεται κάπου χωρίς να το θέλει και αντιμετωπίζει και τον φόβο σου.

Υπάρχει κανείς που του φαίνεται απίστευτα φασιστικό να γεννιέται ένας άνθρωπος και αυτομάτως να χρωστάει; Όλα αυτά τα ομόλογα που καιγόμαστε να πουλήσουμε τώρα των 7, των 10, των 20 χρόνων ποιός θα τα αποπληρώσει; Αυτοί που είναι σήμερα 60 χρόνων; Σαφώς όχι. Αλλά; Τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα, ή που είναι 5 και 10 χρονών. Ο μόνος τρόπος να ξεφύγουν από ένα χρέος που κληρονόμησαν είναι να φύγουν από την χώρα. Για να ονομαστούν κι αυτοί με τη σειρά τους οικονομικοί μετανάστες και να διασταυρώνονται το πρωί σε μια άλλη Πατησίων και να τους αντιμετωπίζουν άλλοι φοβικά.

Υπάρχει κάποιος που μπορεί να βγάλει το κεφάλι από τα σκατά και να δει σε τι θάλασσα βρισκόμαστε; Απλά να δει, να καταλάβει για λίγο και μπλουμ πάλι μέσα. Και μετά εδώ κάτω στον βυθό που μαστε όλοι να ρθει και να μας πει, πόσο παράλογη δομή έχει αυτό το οικοδόμημα που έφτιαξε ο άνθρωπος τα τελευταία 200 χρόνια, πόσο φαύλο και ανάξιο είναι να χρωστάει όλη ανθρωπότητα στο μέλλον της που της έχει δανείσει κάτι που ποτέ δεν υπήρξε... και να μπορεί να τα εξηγήσει όμορφα και στιβαρά χωρίς να μας θυμίζει ακροατή σε μεταμεσονύκτια ερτζιανά.

Υπάρχει;


Saturday, December 26, 2009

Ένα Ρουμπαγιάτ: Ομάρ Καγιάμ



Alike for those that for today prepare,

And those that after tomorrow stare,

A Muezzin from the Tower of Darkness cries

“Fools! Your Reward is neither Here nor There”


υγ. Άντε και του χρόνου, με υγεία.

Saturday, December 19, 2009

Αριστοτέλη Πολιτικά II: Περί Ιδιοκτησίας

Εδώ ο Αριστοτέλης μας κοιτάει αναρωτόμενος αν τον καταλαβαίνουμε

Η χρήση κάθε κτήματος γίνεται με δυο τρόπους. Και στους δυο χρησιμοποιείται το ίδιο πράγμα όχι όμως με τον ίδιο τρόπο. Ο ένας ταιριάζει στη φύση του, ο άλλος δεν ταιριάζει• για παράδειγμα το υπόδημα χρησιμοποιείται με δυο τρόπους, ή το φοράει κανείς ή το ανταλλάσσει με άλλο είδος και οι δυο είναι τρόποι χρήσης του υποδήματος γιατί εκείνος που δίνει το υπόδημα σε όποιον το χρειάζεται με αντάλλαγμα νόμισμα ή τροφή, χρησιμοποιεί το υπόδημα, όχι όμως με τον ταιριαστό τρόπο, γιατί το υπόδημα δεν κατασκευάστηκε για να ανταλλάσσεται.

[...]

Γιατί όσοι ανήκαν στην οικογένεια είχαν τα πάντα κοινά, ενώ οι άλλοι, ζώντας χωριστά, χρειάζονταν άλλοι άλλα, οπότε για τις ανάγκες τους έκαναν ανταλλαγές, όπως κάνουν ακόμα πολλά βαρβαρικά έθνη. Ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα απαραίτητα για τη ζωή και τίποτα περισσότερο για παράδειγμα δίνουν κρασί και παίρνουν σιτάρι και καθετί από τα υπόλοιπα απαραίτητα πράγματα. Μια τέτοια ανταλλαγή δεν είναι ούτε αφύσικη ούτε αποτελεί κλάδο της τέχνης της απόκτησης (αφού γινόταν μόνο για να καλυφθούν κενά της φυσικής αυτάρκειας) απ' αυτή όμως προήλθε κατ' αναλογία εκείνη.

Αναγκαστικά χρησιμοποιήθηκαν τα νομίσματα όταν οι κάτοικοι μιας χώρας εξαρτώνταν περισσότερο από μια άλλη χώρα με το να εισάγουν όσα τους έλειπαν και να εξάγουν όσα τους περίσσευαν. Δεν ήταν εύκολο να μεταφερθούν όλα τα αναγκαία, γι' αυτό συμφώνησαν μεταξύ τους να δίνουν και να παίρνουν στις συναλλαγές κάτι χρήσιμο και ταυτόχρονα εύχρηστο για τις βιοτικές ανάγκες, όπως για παράδειγμα σίδερο ή ασήμι ή κάτι παρόμοιο. Στην αρχή καθόρισαν το μέγεθος και το βάρος κι έπειτα του έδωσαν κάποιο ιδιαίτερο γνώρισμα για να γλιτώσουν από συχνά μετρήματα, επειδή το ιδιαίτερο γνώρισμα ορίστηκε ως απόδειξη της αξίας του.

Όταν επινοήθηκε το νόμισμα για τις ανάγκες των συναλλαγών, παρουσιάστηκε κι άλλο είδος της τέχνης απόκτησης πλούτου, το λιανικό εμπόριο, που ίσως αρχικά να γινόταν απλά, αργότερα όμως έγινε πιο περίπλοκο εξαιτίας της εμπειρίας που υπαγόρευε πώς θα αποκομιζόταν μεγαλύτερο κέρδος. Έτσι επικράτησε η άποψη ότι η χρηματιστική σχετίζεται κυρίως με το νόμισμα και έχει κύριο έργο της την εξασφάλιση μεγαλύτερου κέρδους, επειδή προσπορίζει πλούτο και χρήματα. Αλλοι υποστηρίζουν ότι πολλές φορές πλούτος είναι το πλήθος των νομισμάτων, επειδή μ' αυτό ασχολούνται η χρηματιστική και το λιανικό εμπόριο. Αλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι το νόμισμα είναι χωρίς αντίκρυσμα και είδος απόλυτα συμβατικό, χωρίς καμιά φυσική αξία, κι ότι, αν αλλάξουν οι συμφωνίες που το δημιούργησαν, δεν θα έχει καμιά αξία και δεν θα είναι χρήσιμο για την προμήθεια των αναγκαίων και ότι, έστω κι αν κάποιος έχει πολλά νομίσματα, πολλές φορές δεν θα έχει ούτε την απαραίτητη τροφή. Ωστόσο φαίνεται παράδοξο πώς κάποιος, ενώ είναι πλούσιος, κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα, όπως εκείνος ο Μίδας, για τον οποίο μυθολογείται πως εξαιτίας της άπληστης ευχής του προς τους θεούς, όλα όσα υπήρχαν γύρω του γίνονταν χρυσάφι. Γι' αυτό σκέπτονται σωστά όσοι ζητούν κάποιον άλλο διαχωρισμό του πλούτου από τη χρηματιστική. Άλλο είναι η χρηματιστική και άλλο ο φυσικός πλούτος, κι αυτά είναι μέρη της διοίκησης του οίκου, ενώ το λιανικό εμπόριο προσπορίζει πλούτο, όχι με κάθε τρόπο, αλλά μόνο με τη συναλλαγή. Θεωρείται πως τούτη σχετίζεται με το νόμισμα, επειδή το νόμισμα είναι στοιχείο και το όριο της συναλλαγής, και δεν υπάρχει τέλος σε τούτο τον πλούτο που προέρχεται από την τέχνη της απόκτησης περιουσίας.

[...]

Όσοι επιδιώκουν και την καλή διαβίωση, επιζητούν τις σωματικές απολαύσεις, ώστε, επειδή αυτό φαίνεται να ενυπάρχει μέσα στην απόκτηση, όλη η φροντίδα επικεντρώνεται στην απόκτηση χρήματος. Έτσι δημιουργήθηκε και το άλλο είδος της χρηματιστικής. Κι επειδή την απόλαυση την επιζητούν υπερβολικά, επιζητούν και τα μέσα που την εξασφαλίζουν κι αν δεν μπορούν να τα εξασφαλίσουν με τη χρηματιστική, το επιδιώκουν με άλλους τρόπους χρησιμοποιώντας τον καθένα με τρόπο που αντίκειται στη φυση. Φυσικός προορισμός της ανδρείας δεν είναι να αποφέρει χρήματα, αλλά να εμπνεύσει εμπιστοσύνη.

[...]

Πρέπει μάλιστα, όπως είπαμε και πριν, τα αγαθά να υπάρχουν στη φύση, γιατί έργο της φύσης είναι να παρέχει τροφή σ' ό,τι γεννιέται. Κάθε γεννήτορας πρέπει να δώσει τροφή στο τέκνο του. Γι' αυτό και η τέχνη της απόκτησης τροφών από φρούτα και ζώα είναι κάτι το φυσικό. Κι επειδή κι αυτή έχει δύο είδη, όπως είπαμε και πριν, δηλαδή το λιανικό εμπόριο και τη διαχείριση του οίκου, είναι αναγκαία και αξιέπαινη, ενώ η τέχνη της συναλλαγής δίκαια κατακρίνεται, αφού το κέρδος δεν είναι φυσικό, αλλά ο ένας κερδίζει από τον άλλο. Γι' αυτό πολύ εύλογα η τοκογλυφία είναι μισητή, επειδή το κέρδος προέρχεται από το ίδιο το νόμισμα κι όχι από τη χρήση, για την οποία προορίστηκε. Ενώ επινοήθηκε για χάρη της συναλλαγής, το νόμισμα πολλαπλασιάζεται από τον τόκο (γι' αυτό άλλωστε και ο τόκος ονομάστηκε έτσι γιατί όπως τα γεννήματα είναι όμοια με τους γεννήτορες τους, έτσι και ο τόκος είναι γέννημα χρημάτων από χρήματα). Επομένως απ' όλους τους τρόπους απόκτησης πλούτου βασικά αυτός είναι ο πιο αφύσικος.

Sunday, December 13, 2009

Αριστοτέλη Πολιτικά Ι: Περί Πόλεως

Στο στιγμιότυπο βολτάρει με τον Πλάτωνα ενώ οι περαστικοί στήνουν αναιδώς αυτί

[...] Ήταν φυσικό η πρώτη σταθερή κοινωνία να είναι η οικογένεια, που τα μέλη της ο Χαρώνδας ονομάζει ομοσύσσιτους και ο Επιμενίδης από την Κρήτη, ομοτράπεζους. Η ένωση περισσότερων οικογενειών, όχι προσωρινή αλλά μόνιμη για εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών, είναι το χωριό. Πολύ φυσικό το χωριό να μοιάζει με αποικία της οικογένειας, και τα μέλη του μερικοί να τα ονομάζουν ομογάλακτους, παιδιά και εγγόνια. Γι' αυτό ακριβώς οι πόλεις στην αρχή, είχαν βασιλιάδες, όπως και σήμερα ακόμη έχουν βασιλιάδες τα έθνη, επειδή σχηματίστηκαν από υπηκόους του βασιλιά. Γιατί κάθε οικογένεια θεωρεί βασιλιά τον πιο ηλικιωμένο, κι οι αποικίες των οικογενειών, δηλ. τα χωριά, λόγω της συγγένειας κυβερνιούνται από βασιλιά. Αυτό ακριβώς είναι που λέει ο Όμηρος: "Ο καθένας τα παιδιά του, και τη γυναίκα του κυβερνά".
Γιατί ήταν σκορπισμένοι σε διάφορα μέρη τον παλιό καιρό κι έτσι ζούσαν. Και για τον ίδιο λόγο, λένε όλοι ότι και οι θεοί είναι υποταγμένοι σε βασιλιάδες, επειδή οι ίδιοι οι άνθρωποι, άλλοι παλαιότερα άλλοι και σήμερα, έχουν βασιλιάδες. Και όπως το κάθε τι οι άνθρωποι το φέρνουν στα μέτρα τους έτσι φαντάζονται πως κι οι θεοί ζουν μια ζωή όμοια με την δική τους. Η κοινωνία που προέρχεται από περισσότερα χωριά, σχηματίζει την τέλεια πόλη, που φθάνει στο σημείο, κατά κάποιο τρόπο, να έχει πλήρη αυτάρκεια, και ενώ σχηματίσθηκε για να εξασφαλίσει ευκολώτερα τα απαραίτητα για την ζωή, διατηρείται επειδή επιτρέπει την καλοζωία των κατοίκων της. Γι αυτό, κάθε πόλη υπάρχει από τη φύση της, όπως και οι πρώτες κοινωνίες. Γιατί η τελειοποίηση εκείνων είναι η πόλη, η δε φύση τελειοποίηση του παντός. Οποιοδήποτε δηλ. ον φτάσει εξελικτικά στην τέλεια ανάπτυξή του, λέμε, ότι αυτό είναι η φύση του, έστω κι αν πρόκειται για έναν άνθρωπο, για ένα άλογο, για ένα σπίτι. Επίσης ότι η έσχατη αιτία και ο προορισμός των όντων είναι το πιο σημαντικό αγαθό. Και η αυτάρκεια αποτελεί συγχρόνως τον σκοπό και το μέγιστο αγαθό. Από τις παραπάνω, λοιπόν, σκέψεις, γίνεται ολοφάνερο ότι η πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να ζήσει μέσα στην πόλη (πολιτικόν ζώον). Εκείνος δε που περνά τη ζωή του έξω από την πόλη, από τη φύση του και όχι από κάποια ατυχία, είναι ανήθικος ή κάτι ανώτερο από άνθρωπος. Είναι σαν εκείνον που ο Όμηρος κατηγορεί ότι «δεν έχει ούτε οικογένεια, ούτε νόμους, ούτε εστία». Γιατί από τη φύση του είναι συνάμα και φιλοπόλεμος, σαν πιόνι απομονωμένο από τα άλλα στο παιχνίδι των πεσσών. Να ο λόγος για τον οποίο είναι ολοφάνερο πως ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό περισσότερο κι από τη μέλισσα κι από όλα τα άλλα που ζουν σε αγέλες. [...]

[...] Είναι, επομένως, φυσικό η πόλη να προηγείται της οικογένειας και του καθενός από μας, αφού αναγκαστικά το όλο προϋπάρχει του μέρους. Αν εκμηδενισθεί δηλ. ολόκληρο το σώμα, δε θα υπάρχει ούτε πόδι, ούτε χέρι, εκτός αν μιλάει κανείς μεταφορικά και λέει για πέτρινο χέρι. Γιατί αν αυτό καταστραφεί, θα κατασκευασθεί άλλο όμοιο, αλλά το πραγματικό θα έχει νεκρωθεί. Όλα τα πράγματα καθορίζονται από την εργασία και τη δύναμη με την οποία την εκτελούν, και, μόλις αυτή η ικανότητά τους παύσει να υπάρχει, δεν μπορούμε πια να πούμε πως είναι τα ίδια ως προς την ουσία αλλά μονάχα ως προς το όνομα.

Έτσι, λοιπόν, είναι προφανές ότι η πόλη υπάρχει από τη φύση της και είναι προγενέστερη από το άτομο. Γιατί αν ο καθένας χωρισμένος από το σύνολο παύει να είναι αυτάρκης, θα βρεθεί στην ίδια κατάσταση, στην οποία βρίσκεται και κάθε μέρος του σώματος σχετικά με το σύνολο. Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός. Φυσική, επομένως, είναι η ορμή που σπρώχνει όλους τους ανθρώπους σ' αυτή την κοινωνία. Κι εκείνος που τη σύστησε πρώτος έγινε αιτία των μεγαλυτέρων αγαθών. Γιατί, αν ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από τα όντα, όταν φθάσει στην τελειότητά του, έτσι κι όταν διακόπτει κάθε σχέση με το νόμο και τη δικαιοσύνη, γίνεται το χειρότερο απ' όλα. Γιατί η αδικία είναι ανυπόφορη όταν διαθέτει όπλα, και ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας όπλα την φρόνηση και την αρετή, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει και για αντίθετους σκοπούς. Γι αυτό ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο, το πιο άγριο ον, και το πιο επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και τη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη είναι πολιτική αξία και αποτελεί κανόνα της κοινωνίας. Και η ορθή εφαρμογή της καθορίζει τι είναι δίκαιο.[...]

[...]Φαίνεται ότι η ίδια η φύση εξοπλίζει όλα τα ζώα με τον τρόπο απόκτησης της τροφής, αμέσως με τη γέννηση τους, αλλά κι όταν ολοκληρωθεί η ανάπτυξη τους. Άλλα ζώα γεννούν μαζί με το νεογέννητο αρκετή τροφή, ώστε να το θρέψει μέχρι να μπορεί να την προμηθευτεί μόνο του, όπως για παράδειγμα τα ζώα που γεννούν αβγά ή σκου¬λήκια. Όσα πάλι γεννούν ζώα, έχουν μέσα τους φυσική τροφή για κάποιο χρονικό διάστημα για τα νεογέννητα, το αποκαλούμενο γάλα. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν είναι φανερό πως μπορούμε να θεωρήσουμε οτι ένεκα της τρο¬φής δημιουργήθηκαν τα φυτά για τα ζώα, και τα άλλα ζώα για τους ανθρώπους, τα ήμερα και για χρήση και για διατροφή, κι από τα άγρια τα περισσότερα, αν όχι όλα, για την τροφή και οποιαδήποτε άλλη χρήση, για τα ρούχα και άλλα εργαλεία. Αν λοιπόν η φύση δεν πλάθει τίποτα ατελές ούτε χωρίς σκοπό, τότε αναγκαστικά όλα αυτά η φύση τα έπλασε για χάρη των ανθρώπων. Γι' αυτό και η τέχνη του πολέμου είναι κατά κάποιο τρόπο φύσει κτητική (αφού και το κυνήγι είναι τμήμα της πολεμικής τέχνης), που πρέπει να χρησιμοποιείται εναντίον των θηρίων και εκείνων των ανθρώπων που δεν θέλουν να εξουσιάζονται, αν και η φύση τούς έπλασε γι' αυτό, οπότε ο πόλεμος αυτός είναι φυσικά δίκαιος.
Ένα είδος λοιπόν φυσικής κτήσης ανήκει στην τέχνη της διοίκησης του οίκου, ό,τι είναι αναγκαίο να υπάρχει ή να αποκτιέται για να αποθηκεύεται, είναι δηλαδή η απόκτηση πραγμάτων αναγκαίων για τη ζωή και χρήσι¬μων στην πόλη ή την οικογένεια. Φαίνεται ότι ο πραγμα¬τικός πλούτος αποτελείται από αυτά τα στοιχεία. Διότι η αυτάρκεια σε πράγματα που κάνουν ευχάριστη τη ζωή δεν είναι απεριόριστη, όπως λέει ο Σόλων <(δεν έχουν τεθεί όρια για τον πλούτο στους ανθρώπους». Συμβαίνει όμως ό,τι και σε όλες τις άλλες τέχνες• καμιάς τέχνης τα εργα¬λεία δεν είναι άπειρα, ούτε στον αριθμό ούτε στο μέγεθος, και ο πλούτος είναι ένα πλήθος εργαλείων και του νοικο¬κυριού και της πολιτικής. Είναι φανερό λοιπόν ότι οι οικο¬γενειάρχες και οι πολιτικοί έχουν από τη φύση τρόπους απόκτησης, και για ποια αιτία. [...]

------------------------------------------

Αν μη τι άλλο, εντυπωσιακός... Έπονται κι άλλα, καλύτερα!

Wednesday, October 28, 2009

Λένος Χρηστίδης: "Τουφέκισμα!"

"Ο Λάμπρος καθόταν –όπως πάντα- δίπλα στο παράθυρο. Ένας βλάκας, στο ίδιο κουπέ, έτρωγε τ’ αυτιά του διπλανού του. Ήταν και οι δύο μεσήλικες, ο ένας ήταν ο κλασικός τύπος που τρώει τ’ αυτιά του διπλανού του στο τρένο και ο άλλος ο κλασσικός τύπος που ακούει με υποταγή και- μερικές φορές- με θαυμασμό. Και οι δύο είχαν ταιριάξει στους ρόλους τους.

-Μήπως νομίζετε ότι είμαστε κράτος; Όχι, κύριέ μου, δεν είμαστε. Δεν είμαστε, πάει και τελείωσε. Και δε θα γίνουμε ποτέ. Εγώ σου λέω: Διπλοπαρκάρει κανένας; Προσπερνάει αντικανονικά; Περνάει με κόκκινο; Τουφέκισμα ! Να σου πω εγώ –ξαναπαρκάρεις, κύριε; Όχι, πες…

Ο άβουλος κομπάρσος συγκατένευσε «έχετε δίκιο», ενώ ο Λάμπρος βασανιζόταν με το οξύμωρο σχήμα του τουφεκισμένου τύπου που προσπαθεί να ξαναδιπλοπαρκάρει, με τα αίματα να στάζουν στα καθίσματα και να παρακαλάει το όργανο: «Μόνο μισό λεπτάκι, κύριε τροχονόμε, μόνο μισό…».

Ο Λάμπρος κοίταξε έξω. Δε φαινόταν τίποτα.

-Καλή η δημοκρατία, δε λέω, αλλά τι να το κάνεις, ο Έλληνας θέλει βούρδουλα. Να γιατί δεν πάμε μπροστά. Και όχι μπροστά δεν πάμε, αλλά πάμε και πίσω. Κατά διαόλου πάμε. Στην κατοχή δεν είχαμε καθόλου λωποδύτες. Τώρα το ενενήντα τοις εκατό των νέων είναι χασισοπότες. Εγώ είμαι προοδευτικός –έχω πολλούς φίλους κομμουνιστές- αλλά το σωστό θα το πω: Επί χούντας ο κόσμος ευημερούσε. Δεν είμαι, δηλαδή, χουντικός και γνωρίζω ότι υπήρξαν διώξεις. Όμως, σε γενικές γραμμές, ο λαός ευημερούσε. Και αυτό τώρα αποκτάει μεγαλύτερη σημασία, γιατί σ’ το λέει άνθρωπος αντιστασιακός, ε ; Εγώ, δηλαδή, ήμουνα καραμανλικός, αλλά το ’81 ψήφισα ΠΑΣΟΚ, ε; Γιατί ήταν το καινούργιο, το μοντέρνο. Και κομμουνισμό θα ψήφιζα, αν χρειαζόταν. Αλλά τι τα θέλετε, κύριε, ο Έλληνας θέλει βούρδουλα.

Ο ακροατής ψιθύρισε ένα ακόμα «έχετε δίκιο» και μετά σώπασαν και οι δύο. [...] "

----------------------------

Απόσπασμα από το βιβλίο του Λένου Χρηστίδη: Bororo.

Thursday, February 28, 2008

Λένος Χρηστίδης: Η Νήσος f(x)

''[...]Παφ. Παφ-Παφ. Παφ.
Κοίταξα πίσω. Ένας τύπος μ'ένα φουσκωτό και μια γκόμενα δίπλα ακολουθούσε το αυλάκι που αφήναμε για να κόβει τα απόνερα και να κάνει άλματα. Φιγούρα και έτσι. Είχε καδένα, μαύρο γυαλί και πολλή τρίχα. Η γκόμενα έκανε μικρά ''Αχ'' και ''Αχ,αχ'', ανάλογα με τα εκάστοτε αλματάκια. Ο τύπος της χαμογελούσε καθησυχαστικά, κρατώντας, ας πούμε στιβαρά το τιμόνι. Ήταν εντυπωσιακός. Εντυπωσιακός μαλάκας.

Κοίταξα γύρω μου. Μια ντουζίνα τουρίστες-που λέει ο λόγος. Το καραβάκι ήταν η ''Υπαπαντή'' και είχε μέσα μια ντουζίνα τουρίστες - καμια δεκαπενταριά - κι εμένα, που δεν ήμουνα ακριβώς τουρίστας, γιατί πήγαινα για δουλειά, αλλά μπορούσες εύκολα να με μπερδέψεις με τουρίστα, γιατί είχα το στυλ του τουρίστα. Έτσι κάνω εγώ. Όπου πάω, μοιάζω με τουρίστα. Είναι το στυλ μου τέτοιο. Ανέμελος κι έτσι.

Κοίταξα σε μια γωνιά με σκιά. Ο τέτοιος μέτραγε λεφτά.
''Πέντε χιλιάρικα για τους ξένους, τρία για τους Έλληνες. Εσύ σαι Ελληνόπουλο, τα ίδια θα σου πάρω;''
Ο καπετάν Ουστμανολάκης. Κάπτεν και μάνατζερ της ''Υπαπαντής''. Ανοιχτό πουκάμισο. Ρυτίδες.
Παφ.Παφ-παφ.Παφ.
Ο τύπος με το φουσκωτό συνέχιζε το ροντέο της φιγούρας. Αν πνιγόταν κιόλας, δεν θα με πείραζε φοβερά. Ίσως λίγο. Για λόγους ανθρωπιστικούς, όχι προσωπικούς.

Κοίταξα πάνω. Φύσαγε. Λίγο. Ήμουνα στο μικρό κατάστρωμα, πάνω. Όταν μπήκα όλοι οι ξένοι στριμωγμένοι κάτω, σε μια γωνιά. Ανέβηκα στο κατάστρωμα και σε λίγο ανέβηκαν όλοι, ένας ένας. Πρόβατα. Τι φταίνε και αυτοί;
Λιαζόμουνα. Μου αρέσει να λιάζομαι σε τέτοιες περιπτώσεις. Δηλαδή όταν έχει ήλιο και φυσάει ταυτόχρονα. Απ' τη μια ζεσταίνεσαι και απ'την άλλη δεν σκάς κιόλας. Καίγεσαι όμως έυκολα, ακριβώς γιατί δεν το καταλαβαίνεις οτι καίγεσαι. Και δεν το καταλαβαίνεις, όχι επειδή είσαι ηλίθιος, αλλά επειδή φυσάει και σε ψιλοδροσίζει. Απάτη. Το βράδυ το δέρμα σου τσιτώνει σα τουμπελέκι. Αυτόματο λίφτινγκ.
Κοίταξα γύρω μου. Οι τουρίστες καίγονταν. Τσουρουφλιστοί. Είδικα μια γιαγια που έμοιζε με Κάπο της Μαφίας και ένας κύριος με άσπρες και πεδιλάκι παιρνούσαν χάλια. Όλοι υπέφεραν, αλλά σαν και αυτούς κανείς. Αποφάσισα να βοηθήσω. Ξαφνικά βρήκα νόημα στην ζωή μου. Είδα τον εαυτό μου σαν οδηγό, σαν γκουρού. Σαν τσοπάνη. Έβγαλα ένα μαυρό μαντήλι που έχω πάντα μαζί μου για τέτοιες περιπτώσεις και το φόρεσα σε στυλ Λόρενς της Αραβίας. Ξέρεις, γύρω απο το κεφάλι. Κάθισα και περίμενα.
Πρώτος ένας ξανθός μπόμπιρας, μετά ο κύριος με τις άσπρες κάλτσες, η αδερφούλα του μπόμπιρα, κάτι τύποι πλακατζήδες με όμοια μουσάκια - αυτά τα στρογγυλα που πιάνουν μουστάκι και πιγούνι- οι γονείς του μπόμπιρα, ξανθότατοι επίσης, και τελευταία η γιαγια-Νονός, όλοι φόρεσαν μαντήλια στο κεφάλι τους. Μεγάλη επιτυχία. Ήμουν σε φόρμα. Σκέφτηκα να κάνω κάτι εξωφρενικό. Ξέρω γω, να αρχίσω να ουρλιάζω ή να κάνω τούμπες ή να επιδείξω προκλητικά τα γεννητικά μου όργανα ή όλα μαζί, έτσι, για να δω αν τα ρομποτ θα κάνουν τα ίδια και με την ίδια σειρά ή αν απλώς η μέχρι τώρα αντιγραφή των κινήσεών μου ήταν αποτέλεσμα τρομακτικών συμπτώσεων. Ένοιωσα πραγματικά χρήσιμος. Και έτοιμος για όλα.[...]''



απόσπαμα απο ''Τα χαστουκόψαρα'' του Λένου Χρηστίδη


Saturday, September 1, 2007

Κ. Ουράνης


Κώστας Ουράνης (Κωνσταντινούπολη, 1890 - Αθήνα, 1953).

Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και δημοσιογράφος (πραγματικό όνομα Κώστας Νιάρχος). Έζησε τα παιδικά του χρόνια και έκανε τις εγκύκλιες σπουδές του διαδοχικά στο Λεωνίδιο, Ναύπλιο και Κωνσταντινούπολη. Στην Αθήνα ήρθε στα 18 του χρόνια και εργάστηκε για λίγο στην Ακρόπολη του Γαβριηλίδη. Πήγε κατόπιν στο εξωτερικό για να σπουδάσει αλλά έζησε μποέμικη ζωή, προσβλήθηκε από φυματίωση και έμεινε δύο χρόνια στο σανατόριο του Νταβός στην Ελβετία. Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Λισσαβόνα, ενώ το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε ως δημοσιογράφος.

Στα Γράμματα ο Ουράνης πρωτοεμφανίστηκε το 1908 και έκτοτε συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα αξιόλογα περιοδικά της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας. Τη νεανική του συλλογή Σαν όνειρο, που τύπωσε το 1909, την αποκύρηξε και θεώρησε ως πρώτη συλλογή του την Spleen του 1912 (η λέξη σημαίνει μελαγχολία, υποχονδρία και πλήξη), στην οποία όμως τα πεζολογικά στοιχεία και η δυσκαμψία του στίχου δίνουν μετριότατα αποτελέσματα. Ουσιαστικά η προσωπική ποιητική του προσφορά παρουσιάζεται με τις Νοσταλγίες (1920) και συμπληρώνεται με τις Αποδημίες, μια συλλογή ποιημάτων δημοσιευμένων σε διάφορα περιοδικά, που συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά στη μεταθανάτια έκδοση με το γενικό τίτλο Ποιήματα (1953). Επίσης μεταθανάτια συγκεντρώθηκε, χάρη στις φροντίδες της δεύτερης γυναίκας του, της κριτικού Αλκη Θρύλου, η διάσπαρτη σε περιοδικά και εφημερίδες, όπως και σε εξαντλημένα βιβλία του, ποικίλη εργασία του. Έτσι, εκδόθηκαν σε ομοιόμορφους τόμους, τα ταξιδιωτικά του: Ιταλία (1953), Ισπανία (1954), Γλαυκοί δρόμοι (1955), Ελλάδα (1956), Από τον Ατλαντικό στη Μαύρη Θαλασσα (1957), τα αφηγήματα, χρονογραφήματα, συνεντεύξεις κτλ.: Αναβίωση (1955), Αποχρώσεις (1956) και τα κριτικά του: Δικοί μας και ξένοι (1954 - 56, σε τρεις τόμους) και Στιγμιότυπα (1958). Στην ανάθεση του Αλκη Θρύλου οφείλεται και η βιογραφία του Ουράνη (1908 - 61) του Π. Μαρκάκη, που εκδόθηκε το 1962.

Ως ποιητής ο Ουράνης, με τη βαθιά και ουσιαστικά κοσμοπολίτικη παιδεία του, επηρεασμένος από τον Μπωντλαίρ και τους Γάλλους «ποιητές της παρακμής» (όπως αυτοχαρακτηρίζονταν πριν επικρατήσει ο όρος συμβολιστές), καλλιέργησε μια ποίηση χαμηλών τόνων, στην οποία επικρατούσαν τα αισθήματα της ανίας, της συγκρατημένης απελπισίας, της νοσταλγίας και της φυγής. Ωστόσο, οι καταστάσεις αυτές, κυρίαρχες στους γαλλικούς κυρίως λογοτεχνικούς κύκλους, στα τέλη του 19ου αιώνα, μεταφερμένες τώρα σε μια άλλη εποχή, την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με μια διαφορετική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία ευνοούσε ιδιαίτερα τα νέα εικονοκλαστικά αισθητικά κινήματα, έμοιαζαν να κατάγονται μάλλον από φιλολογικές επιρροές, παρά από εμπειρίες ζωής. Μολαταύτα ο Ουράνης για τους συνοδοιπόρους του, στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, θεωρήθηκε σημαντικός ποιητής. Ακόμη και η ατιμέλητη μορφή των στίχων του και οι αλλεπάλληλες χασμωδίες του είχαν εκληφθεί ως ηθελημένοι εκφραστικοί τρόποι και ως στοιχεία ύφους, τα οποία συνόδευαν οργανικά τα ποιητικά του θέματα. Θα ήταν υπερβολή να το υποστήριζε κανείς σήμερα. Όμως θα πήγαινε και στο άλλο άκρο αν έλεγε ότι από αυτή τη βαρύρυθμη και πεζολογική ποίηση, όπου κάποιοι ρεαλιστικοί τόνοι διαβρώνουν το ρομαντισμό της, δεν σώζεται συχνά μια ατμόσφαιρα εποχής με διαχρονικά στοιχεία. Μια προσεκτική και ευαίσθητη ανθολόγηση του ποιητικού του έργου μπορεί να το πιστοποιήσει, όπως και να επισημάνει τις διαστάσεις του.

Ο Ουράνης παραμένει ποιητής και στα ταξιδιωτικά του έργα, τα διηγήματα, τα αφηγήματα και τα χρονογραφήματά του. Ο άκρατος υποκειμενισμός του τα χρωματίζει με θερμούς τόνους, έτσι που να φανερώνονται ως αυτοβιογραφικές εκμυστηρεύσεις, συνθήκη όμως που μειώνει την εμβέλεια των κριτικών του μελετημάτων, χωρίς ωστόσο αυτά να χάνουν τη σχετική σημασία τους.

(Από το Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό)


Η Αγάπη

Δεν ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα·
αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει, δίχως να νιώσεις από που,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα

θε να σου κλείσει απαλά, με τ' άσπρα χέρια της τα δυο,
τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε,
κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει: «ποιά είμ' εγώ;»
απ' της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποιά 'ναι.

Δεν ωφελεί να καρτεράς... Αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει.
Κλειστά όλα να 'ναι, θα τη δεις άξαφνα μπρος σου να βρεθεί
κι ανοίγοντας τα μπράτσα της πρώτη θα σ' αγκαλιάσει.

Ειδέ, κι αν έχεις φωτεινό, το σπίτι για να την δεχτείς,
και σαν φανεί τρέξεις σ' αυτήν, κι εμπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει - αλλιώς θα προσπεράσει.


Περαστικές

Γυναίκες, που σας είδα σ' ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι' άλλα μέρη·
γυναίκες, που σας είδα σ' άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο·

γυναίκες σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό, μ' ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ' ένα μαντίλι αργό να χαιρετάτε.

Να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,

γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ' τη ζωή μου μέσα, και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails